Σελίδες

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Συνάντηση με το ΣΥΡΙΖΑ για το ασφαλιστικό



Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 2016


Στο πλαίσιο των επαφών με τα Πολιτικά Κόμματα για το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, υπήρξε την Παρασκευή 29/1,  συνάντηση των προεδρείων των Ομοσπονδιών με εκπροσώπους του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και ειδικότερα με την αρμόδια Τομεάρχη Προστασίας του Πολίτη και Εθνικής Αμύνης Βουλευτή κα Παναγιώτα ΚΟΖΟΜΠΟΛΗ, το μέλος της Πολιτικής Γραμματείας κ. Νίκο ΠΑΥΛΙΔΗ και τους υπεύθυνους του Τμήματος Σωμάτων Ασφαλείας κ. Γιώργο ΜΑΛΑΓΚΩΝΙΑΡΗ και Γιώργο ΒΟΥΛΤΣΟΥΔΗ. Την Ένωσή μας στη συνάντηση εκπροσώπησε ο Γεν. Γραμματέας του Δ.Σ. Τάσος Μανιάτης. 
Οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ, μας ανέπτυξαν τη φιλοσοφία και τις αρχές που διέπουν το νέο μοντέλο κοινωνικής ασφάλισης και υποστήριξαν αναφορικά με τον Κλάδο μας, ότι θα ρυθμιστούν τα θέματά μας με όμοιο τρόπο, όπως αυτός αποτυπώνεται στο νομοσχέδιο, επιμένοντας ωστόσο ότι «όμοιος τρόπος», δεν συνεπάγεται και ίδιο τρόπο ρύθμισης των θεμάτων.
Επίσης, μας γνώρισαν ότι θα πρέπει να λάβει υπόψη ο νομοθέτης την ιδιαιτερότητα των λειτουργιών των Σ.Α και των Ε.Δ. και αυτό θα γίνει στον υπό ίδρυση Ενιαίο Φορέα, μέσα από το διάλογο και την αποτύπωση των συμπερασμάτων, στον ειδικό ασφαλιστικό νόμο που θα κατατεθεί και ψηφισθεί αργότερα, ενσωματωμένων και των βασικών αρχών ισονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Επιπλέον, τόνισαν ότι το πρόβλημα είναι διαχρονικό και αναγνώρισαν ότι προεκλογικά το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, προέβλεπε την ίδρυση ενιαίου Ταμείου Σωμάτων Ασφαλείας, αλλά η μη υλοποίησή του, οφείλεται στο ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο που εισήχθη με το τρίτο Μνημόνιο. Ωστόσο, αναγνωρίζουν το δίκαιο του αγώνα των αιτημάτων μας, καθώς επίσης και την ποιοτική διάσταση των δράσεών μας, ιδίως μετά την ανανέωση των συνδικαλιστικών μας οργάνων, που αναγνωρίζουν και κάνουν πράξη τους κοινούς αγώνες με τις άλλες κοινωνικές τάξεις.
Από την πλευρά μας, αναπτύξαμε με παραδείγματα και επιχειρήματα τις θέσεις μας. Συγκεκριμένα:
-Την ιδιαιτερότητα του Κλάδου, τις επικίνδυνες συνθήκες εργασίας και το άστατο του ωραρίου μας, όπως αυτά ισχύουν διαχρονικά και οξύνονται τα τελευταία χρόνια λόγω των αυξημένων απαιτήσεων (τρομοκρατία, μεταναστευτικό, εγκληματικότητα, κοινωνική αναταραχή, φτωχοποίηση του λαού κλπ) σε συνδυασμό με το πάγωμα των προσλήψεων, τις συνεχιζόμενες περικοπές κλπ.
-Την αδυναμία άμεσης και καθολικής ταύτισης των συντάξεών μας με αυτές των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, καθότι αναφερόμαστε σε διαφορετικές περιπτώσεις και συνεπώς διαφορετική μεταχείριση (διπλές υπηρεσίες, πτητικά εξάμηνα κλπ).
-Την υποχρεωτική εκδίκαση των ενστάσεων για τις συντάξεις μας από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει του άρ. 88 του Συντάγματος και όχι μέσω των Διοικητικών Δικαστηρίων, όπως γίνεται με τους λοιπούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
- Το γεγονός ότι ένας ένστολος- δημόσιος λειτουργός δεν έχει εξέλιξη-προοπτική και συνεπώς περιθώρια οικονομικών διεκδικήσεων, όπως αυτά που θα υπάρξουν στον ιδιωτικό τομέα, επιτρέποντας έτσι τη διεκδίκηση μεγαλύτερων αποδοχών και άρα και συντάξεων, αφού η ανταποδοτική σύνταξη λαμβάνει υπόψη αυτές.
Επίσης, επισημάναμε ότι δεν πρέπει να αγνοούμε την ύψιστη υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι σε αναπήρους και θύματα πολέμου, πεσόντες εν ώρα καθήκοντος, αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και τιμητικές-προσωπικές εξαιρέσεις πολιτών, όπου σήμερα προστατεύονται από το Δημόσιο μέσω του ΓΛΚ και όχι από κάποιο άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, που έχει διαφορετικούς σκοπούς και άλλο πνεύμα λειτουργίας. Το Δημόσιο, δεν λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης, αλλά ως μια κρατική υπηρεσία που χορηγεί τόσο τις παραπάνω παροχές όσο και τις συντάξεις των εν γένει δημοσίων λειτουργών, όπως αυτές διαμορφώνονται από τον εκάστοτε Υπουργό Οικονομικών, βάσει του άρ. 73 του Συντάγματος.
Τέλος, για άλλη μια φορά αναδείξαμε την αδικία που συντελέστηκε εις βάρος μας, αναφορικά με τη δυνατότητα μετατροπής των Ταμείων μας σε αυτοδιαχειριζόμενα, καθώς και τα έξοδα που επιβαρύνθηκαν οι Ομοσπονδίες μας για την εκπόνηση αναλογιστικών μελετών, σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων, καταστατικών κλπ, μετά από παράταση που δόθηκε από τον νυν Υπουργό Εργασίας. Παράταση που ο ίδιος αναίρεσε μεταγενέστερα με την υπογραφή του σε άλλο νομοσχέδιο, καταργώντας αναδρομικά το προαναφερόμενο νομοθετημένο δικαίωμα και ακυρώνοντας τις προσπάθειές μας, δίνοντας στη συνέχεια υποσχέσεις περί αναγνώρισης του δίκαιου αιτήματός μας και αντιμετώπισής του με νέο νομοσχέδιο, που ουδέποτε είδε το φως της δημοσιότητας.