Σελίδες

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

OXI ΑΛΛΟ ΣΩΣΙΜΟ!

Tου Κω/νου Ταπεινόπουλου. Μέλους της Π.Ε. ΕΑΠΣ Ανατ.Μακεδονίας- Θράκης


Κάποτε ήταν ένας 50άρης Φίλος. Περνούσε μια ήρεμη ζωή με τις δυσκολίες και τις μικροχαρές της. Συνετός νοικοκύρης, καλός οικογενειάρχης. Άρχισε να νιώθει ένα σφίξιμο στο στήθος και να κουράζεται εύκολα. Αποφάσισε να πάει στο νοσοκομείο. 
Ο γιατρός του, αφού τον εξέτασε, τον σόκαρε: «Η περίπτωσή σου είναι πολύ σοβαρή, με ξεπερνάει. Θα πρέπει να απευθυνθώ στο Μεγάλο Ιατρικό Συμβούλιο (στο εξής ΜΙΣ), να ζητήσω βοήθεια για να δούμε πως θα προχωρήσουμε στην αντιμετώπιση της ασθένειας».
 «Γιατρέ μου, με παρακολουθείς τόσα χρόνια. Ξέρεις ότι δεν κάνω καμιά έξαλλη ζωή, όλα με μέτρο. Σ’ όλα αυτά τα check up που κάνω τόσα χρόνια κάθε έξι μήνες πώς και δεν είχες εντοπίσει κάτι;», ρώτησε με έκπληξη ο Φίλος. 
«Είσαι αποκλειστικά υπαίτιος για ό,τι σου συμβαίνει. Η κακή διατροφή σου, το κάπνισμα, το αλκοόλ, το ότι δε γυμνάζεσαι δημιούργησαν το πρόβλημα», αντέτεινε με σθένος ο γιατρός, απεκδυόμενος κάθε ευθύνης. 

Ο Φίλος, βέβαιος ότι αυτά που είπε ο γιατρός είναι οι γενικότητες που πάντα λένε όλοι οι γιατροί, αφού η σχέση του με τα προαναφερθέντα ήταν σε αρκετά μικρότερο βαθμό απ’ ό,τι του μέσου Έλληνα και αναρωτώμενος μάλιστα πως δεν του κοτσάρισε και το περίφημο άγχος, δε θέλησε να δώσει συνέχεια, άλλωστε τον είχε ανάγκη. 
Μόνο για ΜΙΣ εξέφρασε μια απορία. «Δε χρειάζεται να ξέρεις και πολλά, για το καλό σου είναι», του απάντησε ο γιατρός. Χωρίς να πολυκαταλάβει αλλά και μη μπορώντας να κάνει κάτι, ο Φίλος δέχτηκε να πάει την επομένη για να πάρει τις εντολές. «Κόβεις μαχαίρι το τσιγάρο και παίρνεις απ’ αυτά τα χάπια ένα κάθε πρωί. Ίσως σου προκαλέσουν ναυτία για λίγες ώρες. Δεν είναι εγκεκριμένα από τον Ε.Ο.Φ.. Βρίσκονται σε εργαστηριακό στάδιο ακόμη αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση, αλλιώς θα πεθάνεις», του είπε ορθά – κοφτά. Στενοχωρήθηκε γιατί ήταν καπνιστής αρκετά χρόνια, όχι μανιώδης βέβαια, και ίσα που πρόλαβε να πει: «ούτε 2 – 3 τη μέρα;», «ούτε μια ρουφηξιά γιατί θα πεθάνεις», του απάντησε. Ταράχτηκε με το σκληρό έως κυνικό ύφος του γιατρού αλλά σκέφτηκε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να πειθαρχήσει.

Έτσι έκανε, όμως δεν είδε καμιά βελτίωση. Αντίθετα μέχρι το μεσημέρι ήταν κουρέλι, το χάπι τον εξόντωνε. Μετά από κάποιους μήνες λοιπόν ξαναπήγε και του ανέφερε τι συνέβαινε. Αυτός του αποκρίθηκε ψυχρά: «Φαίνεται ότι τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο υπολόγιζα. Θα μιλήσω με το ΜΙΣ και έλα αύριο». «Κόβεις μαχαίρι το ποτό και ξεκινάς χάπι και το βράδυ, αλλιώς θα πεθάνεις», του είπε την επομένη. «Μα ούτε ένα ποτηράκι μία στο τόσο;», τόλμησε να ρωτήσει. «Ούτε θα το μυρίζεις, αλλιώς θα πεθάνεις» και πάλι η απάντηση. 

Συνέχισε αλλά και πάλι αποτέλεσμα μηδέν. Ύστερα από κάποιο καιρό ξαναεπισκέπτεται το νοσοκομείο. Ήξερε ότι ο παλιός γιατρός είχε μετατεθεί και στη θέση του θα βρει κάποιον άλλο. Το γεγονός τον χαροποίησε, πίστεψε ότι ίσως κάτι μπορούσε ν’ αλλάξει. Άλλωστε έτσι είχε διαδοθεί στην πόλη κατά την άφιξή του, ότι έχει νέες ιδέες και μεθόδους στην αντιμετώπιση των ασθενειών. Φρούδες ελπίδες. Αφού του ανέπτυξε το ιστορικό και εκείνος διάβασε το φάκελό του, η κατάληξη ήταν η ίδια. «Δεν μπορώ να ανταποκριθώ μόνος μου, έλα αύριο, να επικοινωνήσω με το ΜΙΣ πρώτα». «Μα τί είναι επιτέλους αυτό το ΜΙΣ; Εγώ εσένα έχω γιατρό», πήρε το θάρρος να ξεστομίσει. «Είναι απαραίτητο και μη ρωτάς πολλά γιατί δε θα ξαναπατήσεις εδώ μέσα», ήταν η απάντηση. Του κόπηκαν τα πόδια. Έτσι, όταν την άλλη μέρα άκουσε «απαγορεύεται αυστηρά το κρέας, τα ψάρια, όλα τα τηγανητά, καυτερά. Θα τρως μόνο φρούτα και λαχανικά στον ατμό. Θα παίρνεις τρία χάπια, πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Αν δεν κάνεις αυτά, θα πεθάνεις», δεν άρθρωσε λέξη.

Υπάκουσε και πάλι αλλά η κατάστασή του επιδεινωνόταν. Τί να κάνει, μετά από ένα διάστημα, έβαλε την ουρά στα σκέλια και ξαναπάει. Λίγο – πολύ ήξερε τί να περιμένει. Όταν λοιπόν, μετά την παρέμβαση και πάλι του ΜΙΣ, η εντολή ήταν «ποτέ ξανά σεξ και έξι χάπια καθημερινά γιατί αλλιώς θα πεθάνεις», κατέρρευσε.

Έχουν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από την εμφάνιση του προβλήματος και τα πράγματα διαρκώς χειροτερεύουν. Αλλά να, μια αχνή ελπίδα ξεπροβάλλει. Έφυγε και αυτός ο γιατρός, ήρθε καινούργιος. Νεαρός, συμπαθής, πειστικός, δημιούργησε προσδοκίες. «Δεν αποδέχεται κανένα ΜΙΣ, ποντάρει μόνο στις δικές του δυνάμεις», έλεγαν στο καφενείο. Πήγε με αλλαγμένη διάθεση, με πίστη για κάτι καλύτερο. Γι’ αυτό και όταν, μετά την ίδια και απαράλλαχτη διαδικασία, άκουσε από το στόμα του «δε θα ξαναβγείς από το σπίτι, γιατί θα πεθάνεις», δεν πίστευε στα αυτιά του. Και όχι μόνο αυτό αλλά τα έξι χάπια ημερησίως θα έπρεπε να αντικατασταθούν από τρεις ενδοφλέβιες ενέσεις που θα προκαλούσαν και μεγάλο πόνο. Δεν άντεξε, «μα γιατρέ μου άλλα έλεγες εσύ, γιατί συνεχίζεις ό,τι έκαναν οι άλλοι; Μας ενέπνευσες και σε πιστέψαμε». «Δε γίνεται διαφορετικά, αλλιώς θα πεθάνεις», ήταν για μια ακόμη φορά η ξερή απάντηση. «Μια από τα ίδια κι αυτός. Μόλις έκατσε στην καρέκλα ξέχασε ό,τι υποστήριζε», σκέφτηκε. Κρίμα τα όνειρα που είχε κάνει για μια ελάχιστη καλυτέρευση της ζωής του.

Πάνω όμως στην τεράστια απογοήτευσή του, να συμβαίνει το απροσδόκητο. Ο γιατρός, μάλλον από τύψεις για την κραυγαλέα απόκλιση των πράξεων από τα πιστεύω του, αποφασίζει να ρωτά τον ίδιο τον ασθενή αν επιθυμεί την εμπλοκή του ΜΙΣ στην πορεία της θεραπείας. Ο εναλλακτικός δρόμος είναι να παλεύουν μόνοι γιατρός και ασθενής. «ΟΧΙ» ουρλιάζει ο Φίλος, τρέχοντας, σερνόμενος καλύτερα, με όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει. «Εντάξει κι εγώ αυτό ήλπιζα να αποφασίσουν οι ασθενείς μου. Έλα την άλλη εβδομάδα να σε δω», είπε ο γιατρός χαρούμενος, τουλάχιστον φαινομενικά. 

Ο Φίλος περνάει την καλύτερη εβδομάδα των τελευταίων έξι χρόνων, μετράει τις ώρες να έρθει η στιγμή να πάει στο γιατρό του, στο δικό του γιατρό και δυο τους να αντιμετωπίσουν το ζήτημα. Περπατάει πλέον πολύ αργά, κάθε λίγο πρέπει να σταματάει να ανακτά, όσο μπορεί, τις όποιες αντοχές του. Γεμάτος περηφάνια για το ΟΧΙ του και αισθανόμενος, παρά τις κακουχίες του, ψυχολογικά υπέροχα, καταφέρνει να φτάσει στο νοσοκομείο. «Σύμφωνα με το ΜΙΣ, οι ενέσεις θα γίνουν έξι και δε θα ξανασηκωθείς από το κρεβάτι, γιατί αλλιώς θα πεθάνεις», του λέει ο γιατρός και ο Φίλος τσιμπιέται για να δει αν είναι ξύπνιος ή βλέπει το χειρότερο εφιάλτη του βίου του. «Μα δεν είπαμε μόνοι μας, χωρίς το ΜΙΣ; Γιατί μου τα γυρνάς πάλι;». «Το μελέτησα πολύ το πράγμα, δε γίνεται μόνοι μας. Κάνε αυτό που σου λέω, γιατί αλλιώς θα πεθάνεις». «Μα και τώρα είμαι ένας ζωντανός νεκρός», είπε μέσα σε λυγμούς. «Τότε γιατί δεν αυτοκτονείς, να γλυτώσει και το κράτος μία σύνταξη; Το Μεγάλο Ασφαλιστικό Συμβούλιο το έχει βρει καλή ιδέα για την εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος».

Αφού αφηγήθηκε αυτή τη μικρή ιστορία, ο κύριος Φερεντίνος είπε: «Ρωτήσαμε εκατό Έλληνες και ψάχνουμε τις έξι δημοφιλέστερες απαντήσεις στην ερώτηση: Τί θα κάνατε αν ήσαστε στη θέση του Φίλου;».

Το αποτέλεσμα ήταν το εξής:

1. Θα συνέχιζα τη ζωή μου, όπως εγώ νομίζω, χωρίς να ξαναπατήσω σε γιατρό και ό,τι θέλει ας γίνει.      9 απαντήσεις.

2. Θα σάπιζα στο ξύλο όλους τους γιατρούς που με εξουθένωσαν σωματικά και ψυχικά όλα αυτά τα χρόνια.  8 απαντήσεις.

3. Θα πάλευα με όλες μου τις δυνάμεις για να διαλύσω το ΜΙΣ και τα υπόλοιπα ΜΣ.  6 απαντήσεις.

4. 14 απαντήσεις κόπηκαν λόγω φόβου για επικείμενη επέμβαση του Ε.Σ.Ρ..

5. Όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα. 62 απαντήσεις

6. Θα συνέχιζα να ακολουθώ πιστά τις συμβουλές του γιατρού. 1 απάντηση. 
Φήμες λένε ότι πρόκειται για τον κύριο Κυριάκο Μητσοτάκη και ότι οι άλλοι 99 ακόμη τον κυνηγάνε.

Αλήθεια ποιος ασθενής θα ανεχόταν, όσο σοβαρή κι αν είναι η πάθησή του, να «σώνεται» επί έξι χρόνια με την ίδια μέθοδο θεραπείας που απαιτεί συνεχώς νέα πιο επώδυνα και σκληρά μέτρα, καθιστάμενος ουσιαστικά πειραματόζωο και συνάμα η υγεία του να χειροτερεύει ραγδαία, οδηγούμενος με μαθηματική ακρίβεια στο τέλος; Εν πάση περιπτώσει υπάρχει και ο περήφανος και αξιοπρεπής θάνατος, μετά από ένα έντιμο και μέχρι «τελευταίας ρανίδος» αγώνα!

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΣΩΣΙΜΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΙΣ ΜΑΣ